Monthly Archives: December 2011

Ρετροσπεκτίβα: τι ανακαλύψαμε το 2011

Το σημερινό άρθρο είναι χρήσιμο για όσους δεν παρακολουθούν τις εξελίξεις από την αρχή ή όσους χρειάζονται μία συγκεντρωτική λίστα με τις σημαντικότερες εργασίες του 2011 που είτε αποδεικνύουν την ύπαρξη της ΧΕΝΦΑ είτε καταδεικνύουν την αιτιακή της σχέση με τη σκλήρυνση.  Κάνοντας flashback σε κάθε έναν μήνα ξεχωριστά, θα καταγράψω εδώ τις σημαντικότερες ανακαλύψεις ή δηλώσεις υπέρ του CCSVI.

Iανουάριος 2011: στο συνέδριο του ISET (International Symposium of Endovascular Therapy) που έγινε στη Φλόριντα, τρεις γιατροί, οι Zamboni, Dake και Sclafani παρουσιάζουν εργασίες.  Ο πρώτος μιλάει για την ασφάλεια της αγγειοπλαστικής, τη μείωση της φλεβικής πίεσης μετά το μπαλόνι, τη μείωση των υποτροπών και ενεργών εστιών, τη μείωση της κόπωσης και τη βελτίωση ποιότητας ζωής στους ασθενείς.  Ο δεύτερος συσχετίζει με το CCSVI άλλα τέσσερα συμπτώματα: πονοκέφαλοι, γνωστικές αδυναμίες, δυσανεξία στη ζέστη και συχνή ενούρηση.  Ο τρίτος παραθέτει την προσωπική του εμπειρία σχετικά με το γιατί άλλαξε καριέρα για χάρη του CCSVI.  Νευρολογική εργασία συνδέει τον σίδηρο με τον νευροεκφυλισμό στην πολλαπλή σκλήρυνση.

Φεβρουάριος 2011:  Ο Dr. Arata, μετά από 500 και πλέον επεμβάσεις, τολμά να χαρακτηρίσει την ΜS “a complication of venous hypertension”, διακρίνοντας μεταξύ primaray CCSVI (ανώμαλες βαλβίδες) και secondary CCSVI (υποπλασίες/απλασίες).  Εντοπίζει βελτιώσεις στους ασθενείς του, μετά την αγγειοπλαστική, στον ύπνο, την κόπωση, τον πονοκέφαλο, τη μνήμη, τη θερμοκρασία.

Μάρτιος 2011:  Πρώτο διεθνές συνέδριο της Εταιρείας Νευραγγειακών Παθήσεων στη Φεράρα.  Ο Dr. Clive Beggs παρουσιάζει το μοντέλο υδροδυναμικής ανισορροπίας στην MS.  H ενέργεια του ΕΝΥ, που εκτοπίζεται λόγω φλεβικών στενώσεων, πέφτει πάνω στο κεντρικό νευρικό σύστημα.  Επιβεβαιώνεται πρότερη εργασία του Zamboni, πως υπάρχει διαταραχή της ροής του ΕΝΥ στους ασθενείς με MS.  Συνέδριο Επεμβατικών Ακτινολόγων στο Σικάγο (SIR) καταλήγουν πως η αγγειοπλαστική του CCSVI είναι ασφαλής.  Οι Zamboni, Menegatti, Salvi, Zivadinov et al δημοσιεύουν εργασία που συσχετίζει την υποαιμάτωση του εγκεφάλου, φαινόμενο γνωστό παλαιόθεν στην MS, με το CCSVI: όσο χειρότερο το τελευταίο, τόσο πιο μειωμένη η παροχή αίματος στον εγκέφαλο.  Εργασία Ταϊβανέζων συνδέει νευρολογικές διαταραχές με παλινδρόμηση από τη σφαγίτιδα φλέβα.

Aπρίλιος 2011:  H κλινική AMEDS της Πολωνίας αναφέρει, μετά από 500 επεμβάσεις, βελτίωση στους ασθενείς.  Ο νευρολόγος της κλινικής απορρίπτει το φαινόμενο πλασέμπο στις βελτιώσεις των ασθενών, χαρακτηρίζοντας “εμμονή” την πίστη στην αυτοάνοση θεωρία και τα ανεπαρκή φάρμακά της ,και καλεί τους συναδέλφους του να διαβάσουν προσεκτικά τις εργασίες του Zamboni.  Στη Μελβούρνη της Αυστραλίας γίνεται επίσημη αναφορά, σε συνέδριο Φλεβολογίας, στο CCSVI, παρουσία του Zamboni.  Κυκλοφορεί το βιβλίο της Marie A. Rhodes, νοσηλεύτριας, ασθενούς με CCSVI/MS, με τίτλο “Το CCSVI ως αιτία της πολλαπλής σκλήρυνσης”.  Προλογίζει ο Dr. Haacke, μιλώντας για κατάσταση παγκόσμιας επείγουσας ανάγκης να μελετηθεί το CCSVI.  Σε συμπόσιο του Πανεπιστημίου του San Fransisco ο Dr. Dake παρουσιάζει αποτελέσματα δικών του 24 ασθενών, έναν χρόνο μετά την αγγειοπλαστική: καμία νέα εστία.  Σε ιατρική επιθεώρηση νευρολογίας, νευροχειρουργικής και ψυχιατρικής μία μελέτη μεταθανάτιας εξέτασης δύο ασθενών με σκλήρυνση μιλά για στενωτικά ευρήματα στις έσω σφαγίτιδες φλέβες.

Mάιος 2011:  Ο Καθηγητής Αγγειοχειρουργικής του Πανεπιστημίου του Seattle Δρ. Robert Eugene Zierler χαρακτηρίζει υποτιμητική την πρόταση πως είναι αμφιλεγόμενη η σχέση του CCSVI με την MS.  O Δρ. Schelling στο ccsvitalk επιμένει πως η MS δε μπορεί να είναι τίποτα άλλο πέρα από αποτέλεσμα παλινδρόμησης λόγω φλεβικών ανωμαλιών και πως αν εντοπιστούν και θεραπευτούν όλα τα φλεβικά προβλήματα δε μπορεί να υπάρξει περαιτέρω επιδείνωση.  Σε συνέδριο για την σκλήρυνση στο Μόντρεαλ, νευροχειρουργός παρουσιάζει αποτελέσματα δεκαετούς παρακολούθησης ασθενών με MS που έπαιρναν ιντερφερόνες: τα φάρμακα δεν έχουν καμία θετική επίδραση στην επιδείνωση.  Στο ίδιο συνέδριο, νευρολόγοι χαρακτηρίζουν την κόπωση “κλειδί” στην MS, αφού η κόπωση προηγείται της νόσου, και μάλιστα ακόμη και για χρόνια.  Σε συνέδριο της Ευρωπαϊκής Νευρολογικής Εταιρείας στη Λισσαβώνα, ο Dr. Denislic παρουσιάζει εργασία με τίτλο “Extracranial venous pathology in multiple sclerosis”: 100% συσχέτιση του CCSVI με την MS και το σύμπτωμα “κλειδί” της κόπωσης βελτιώθηκε μετά την αγγειοπλαστική.

Ιούνιος 2011:  μελέτη με υπέρηχο των Baracchini et al δίνει εννέα φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να έχεις MS, όταν έχεις CCSVI.  Στην ιατρική επιθεώρηση Αγγειακής και Επεμβατικής Ακτινολογίας, οι Siskin, Sclafani, Haskal, Dake, Haacke, McDonald, Hubbard et al καταρτίζουν research agenda για την MS και το CCSVI.  Στην Αυστραλία χρηματοδοτείται κλινική έρευνα για το CCSVI.  Εργασία των Lassmann et al εντοπίζει οξειδωτικές βλάβες στις εστίες της πολλαπλής σκλήρυνσης.  Στην Ελλάδα γίνεται η πρώτη διάγνωση ασθενούς με CCSVI λίγες μέρες προτού διαγνωσθεί με σκλήρυνση.

Ιούλιος 2011:  Δεύτερο ετήσιο διεθνές συμπόσιο για το CCSVI στη Νέα Υόρκη.  Ο Zivadinov υπογραμμίζει τον κεντρικό ρόλο του CCSVI στην MS.  Πρώτα αποτελέσματα κλινικής μελέτης του Dr. Mehta από τη Νέα Υόρκη: 100% συσχέτιση CCSVI και MS και νευρολογική βελτίωση μετά την αγγειοπλαστική στο τρίμηνο και εξάμηνο, έπειτα από παρακολούθηση των ασθενών από ανεξάρτητο νευρολόγο.  Ο Dr. Arslan από τη Φλόριντα παραθέτει επίσης βελτιώσεις ασθενών μετά την επέμβαση.  Στην επιθεώρηση Neurology δημοσιεύεται άρθρο με θέμα CCSVI: βρήκαμε την αιτία και θεραπεία της σκλήρυνσης;  Βελγική εργασία νευρολόγων δέχεται πως υπάρχουν αγγειακοί παράγοντες στην MS: CCSVI, hypoperfusion και ισχαιμία, φαινόμενα που η αυτοανοσία δε μελετά.  Εργασία των Lazzaro et al (νευρολόγων) τονίζει πως πρέπει να μελετηθεί το CCSVI ως πρόταση παθογένεσης της MS.

Αύγουστος 2011:  έρευνα των Zamboni, Zivadinov et al δείχνει πως οι ασθενείς που υποβάλλονται έγκαιρα σε αγγειοπλαστική έχουν λιγότερες εστίες από αυτούς που υποβάλλονται έξι μήνες αργότερα.  Δε σημειώνονται υποτροπές σε όσους δεν επαναστενώνουν.  Ο εθνικός οργανισμός ινστιτούτων υγείας και κλινικής αρτιότητας (NICE) στην Αγγλία απορρίπτει τη συνταγογράφηση του Gilenya.  Αντ’ αυτού, αρχίζει να μελετά προτάσεις έρευνας για το CCSVI.  Σέρβοι Νευροαγγειολόγοι βρίσκουν περισσότερες αιμοδυναμικές ανωμαλίες στους ασθενείς με σκλήρυνση.  H βουλευτής Kirsty Duncan στον Καναδά φέρνει το CCSVI στο Κοινοβούλιο.

Σεπτέμβριος 2011:  Νευροακτινοδιαγνωστές από Ιταλία και Ισπανία βρίσκουν σημαντικές διαφορές ροής ανάμεσα σε ασθενείς με σκλήρυνση και υγιείς.  Το Πανεπιστήμιο της Φεράρα συμφωνεί να συνεργαστεί με την ιταλική υπηρεσία διαστήματος προκειμένου να μελετηθεί η φλεβική κυκλοφορία σε κατάσταση έλλειψης βαρύτητας, για χάρη της κατανόσης ασθενειών όπως η σκλήρυνση και η Alheimer’s.  Ο Dr. Jannetta προτείνει και βρίσκει και θεραπεύει αγγειακό παράγοντα στην αιτία της Parkinson’s.  Στο συνέδριο της CIRSE στο Μόναχο, ο Dr. Dake μιλά υπέρ του CCSVI.  Οκτώ φαρμακευτικές εταιρείες αποκαλύπτουν πως ξοδεύουν εκατομμύρια δολλάρια σε αμοιβές ιατρών για την προώθηση φαρμάκων.  Ο Dr. Jerning χαρακτηρίζει “αληθινή ελπίδα” την ανακάλυψη του CCSVI.

Οκτώβριος 2011:  Έξι διαφορετικά κέντρα, πέντε στην Ιταλία και ένα στον Καναδά, επιβεβαιώνουν την υψηλή συσχέτιση CCSVI και MS.  O Dr. Zivadinov δημοσιεύει εργασία που συσχετίζει τη μειωμένη απεικονισιμότητα των φλεβών εντός του εγκεφάλου με τo CCSVI.  Επιστήμονες της εταιρείας FONAR εκδίδουν παρατηρήσεις πάνω στην κάθετη μαγνητική τομογραφία, μετά την οποία βρίσκουν σοβαρές διαταραχές στη ροή του ΕΝΥ σε ασθενείς με σκλήρυνση.  Μετα-ανάλυση οκτώ ερευνών για το CCSVI ανεβάζει 4 έως 14 φορές την πιθανότητα να πάσχουν από CCSVI οι ασθενείς με MS.  Μικρή μελέτη της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών επιβεβαιώνει την ύφεση της νόσου σε 4 ασθενείς μετά από αγγειοπλαστική.

Νοέμβριος 2011:  Το Υπουργείο Υγείας του Καναδά αναζητά ερευνητικές προτάσεις για το CCSVI.  Oι Mandato et al δημοσιεύουν μελέτη για την ασφάλεια της αγγειοπλαστικής σε δείγμα 240 ασθενών.  Πρώτος θάνατος λίγες ώρες μετά τη λήψη Gilenya.  Εργασία του Zivadinov δείχνει πως οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση CCSVI στον υγιή πληθυσμό είναι ίδιοι με τους παράγοντες κινδύνου στη σκλήρυνση.

Δεκέμβριος 2011:  Έρχεται στη δημοσιότητα δεκαεξαετής μελέτη της επίδρασης του Betaseron σε 432 ασθενείς με σκλήρυνση, χαρακτηρίζοντας το φάρμακο αναποτελεσματικό και τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση της ιντερφερόνης (εστίες-υποτροπές) άσχετα με το τελικό αποτέλεσμα.  Νευρολογική εργασία επιβεβαιώνει πως οι φλέβες εντός εστιών είναι μικρότερες στους ασθενείς με MS (ατροφία/μειωμένη απεικονισιμότητα), ενώ οι φλέβες εκτός εστιών είναι μεγαλύτερες (διαστολή λόγω του υπερβάλλοντος όγκου αίματος;).  Πρώτη παρουσίαση στην ελληνική τηλεόραση του θέματος της ΧΕΝΦΑ.

Η επιστήμη είναι συντηρητική, και δε μπορώ να κάνω καμία πρόβλεψη σχετικά με το πότε θα γίνει η αγγειοπλαστική ο κανόνας στη θεραπεία της MS.  Μπορώ μόνο να πιω μία σαμπάνια αύριο στο όνομα του 2012 και στην υγεία όλων μας.  Παραμένω αιώνια ευγνώμων στον Zamboni και στον Sclafani και περιμένω την ώρα και τη στιγμή που τα άρθρα μας εδώ θα έχουν γίνει ιστορία και εμείς ζωντανοί μάρτυρες αυτής.

Η ιστορία, λένε, γράφεται από τους νικητές, όχι τους ηττημένους.  Στην περίπτωσή μας, ο χώρος ανήκει στο CCSVI.  Και καθώς η αυτοανοσία και τα φάρμακά της πνέουν τα λοίσθια, θυμάμαι το στίχο του Auden με αφορμή τον πόλεμο στην Ισπανία:

“History, to the defeated, may say alas, but cannot help or pardon.”

Η ιστορία αυτούς που θα ηττηθούν δε μπορεί ούτε να τους βοηθήσει, ούτε να τους συγχωρέσει.

Gottlieb, 1999: “Πρέπει να εξετάσουμε τα αγγεία των ασθενών με MS”

Πριν λίγους μήνες είχαμε αναλύσει εδώ την υπόθεση εργασίας των Gottlieb και Neubauer, οι οποίοι, ήδη από το 1990, είχαν προτείνει ένα αγγειακό-ισχαιμικό μοντέλο για την παθογένεση της σκλήρυνσης.

The Etiology of Multiple Sclerosis: A New and Extended Vascular Ischemic Model

Εννέα χρόνια μετά την υπόθεσή τους, το 1999, και με αφορμή την προοπτική των από του στόματος θεραπειών της σκλήρυνσης, όπως ήταν ο στόχος τότε, ο Gottlieb έγραψε μία προβληματισμένη επιστολή προς το περιοδικό The Scientist, στο οποίο επεσήμανε τη σοβαρότητα της κατάστασης και την ανάγκη να “αναθεωρήσουμε την αιτία και τις θεραπείες της σκλήρυνσης.  Για πάνω από 50 χρόνια το κοινό βομβαρδίζεται με λειψές και παραπλανητικές πληροφορίες σχετικά με τη φύση της σκλήρυνσης, την προέλευσή της και τις ενδεχόμενες θεραπείες της”.

Letter to The Scientist

The much-touted EAE model is nothing more than a model for inducing immunological reactions, not for mimicking MS.

Το μοντέλο της ΕΑΕ, για το οποίο γίνεται πολύς λόγος, είναι απλά ένα μοντέλο πρόκλησης ανοσολογικής αντίδρασης, όχι ένα μοντέλο εξομοίωσης της σκλήρυνσης, στην οποία η περιαγγειακή φλεγμονή έπεται της καταστροφής της μυελίνης.  Η λάθος κατανόηση είναι ο λόγος για τον οποίο τα φάρμακα έχουν τόσο φτωχά αποτελέσματα σε σχέση με τα αποτελέσματα που θα ήθελε το μοντέλο της ΕΑΕ.

These differences between the actual disease process and the induced disease may provide the basis as to why the various immunological agents proposed as treatments for MS have not had the success the EAE model would predict.

Ο Dr. Gottlieb είναι Διδάκτωρ Βιολογίας.  Στα πλαίσια των θεραπευτικών επιλογών που πρότεινε τότε, το 1990, με την υπόθεση της αγγειακής προέλευσης της σκλήρυνσης, ήταν η θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο.

The desideratum in MS research is new ideas based on solid observations of the actual disease process. One of the prominent features of the MS lesion is the involvement of the cerebral vasculature; the lesion is primarily perivenule. Thus, concepts pertaining to the etiology of MS perhaps should focus on this vascular relationship.

Το ευκταίο θα ήταν οι νέες ιδέες για την προέλευση της MS να βασίζονται σε αυστηρές παρατηρήσεις της πραγματικής εξέλιξης της νόσου.  Ένα από τα προεξέχοντα χαρακτηριστικά της εστίας στη σκλήρυνση είναι η εμπλοκή αγγείων: η εστία είναι κυρίως περιφλεβική.  Συνεπώς, ιδέες σχετικά με την αιτιολογία της σκλήρυνσης πρέπει να στραφούν στην αγγειακή υπόθεση, λέει ο Gottlieb.

Ό,τι ακριβώς κάνει η θεωρία του CCSVI: προσεκτική παρατήρηση εξωκρανιακών και ενδοκρανιακών φλεβών, και θεραπεία των πρώτων.

The time is ripe for the members of the “MS industry” to open their minds to new concepts and new approaches to treating this debilitating and demoralizing6 disease and not repackage old and barely useful therapiess based on fallacious concepts.

Ο Gottlieb καλούσε τη βιομηχανία της σκλήρυνσης να ανοίξει τα μυαλά της σε νέες θεωρίες και προσεγγίσεις προκειμένου να λυθεί μία “ασθένεια που εξασθενεί και εξαθλιώνει τον άνθρωπο, και να μη ξαναπροβάλουμε παλιές και ελάχιστα χρήσιμες θεραπείες που βασίζονται σε εσφαλμένες θεωρίες”.

Ο καιρός είναι ώριμος για να ανοιχτούμε σε νέες θεωρίες, έλεγε ο συγγραφέας το 1999, θεωρώντας πως ήδη πέρασαν πολλά χρόνια λάνθασμένης έρευνας με επιζήμια αποτελέσματα.  Δώδεκα χρόνια μετά την επιστολή του,  και για κάποιο περίεργο λόγο, η σκλήρυνση εξακολουθεί να μπορεί να είναι ο,τιδήποτε, αρκεί να μην είναι φλεβική ή CCSVI.  Μπορεί να οφείλεται σε άγχος, σε ιό, σε έλλειψη βιταμίνης, σε δίαιτα, σε ανοσοποιητικό σε κατάσταση αμόκ, αλλά μόνο σε κακή ροή, υποξία, ανώμαλες βαλβίδες, παλινδρόμηση, αυξημένη φλεβική πίεση και σε κλειστές φλέβες δε μπορεί να οφείλεται.

Η αναπηρία στον καιρό της ιντερφερόνης

Ένα από τα πιο ηχηρά ψέματα που εκστομίζονται από τους κλινικούς νευρολόγους είναι ότι οι ιντερφερόνες επηρεάζουν θετικά (επιβραδύνουν) την εξέλιξη της νόσου και ότι η έγκαιρη έναρξη της χρήσης τους μπορεί να καθυστερήσει σημαντικά την έλευση της αναπηρίας. Στα πλαίσια του τελευταίου, όλες οι κατασκευάστριες εταιρίες ιντερφερονών έχουν διεξαγάγει έρευνες για να λάβουν έγκριση χρήσης και στα μεμονωμένα επεισόδια, ενώ όλο και περισσότεροι νευρολόγοι παγκοσμίως είναι πρόθυμοι να συνταγογραφήσουν “θεραπεία” αμέσως μετά το πρώτο επεισόδιο, “για να προλάβουν τα χειρότερα”.

Επιπλέον, οι ίδιοι νευρολόγοι προβάλλουν την υποτιθέμενη ευεργετική δράση των ιντερφερονών ως απόδειξη της αυτοάνοσης προέλευσης της ΠΣ, για όσους δύσπιστους τολμούν να τους αμφισβητήσουν. Έτσι, η προς απόδειξη πρόταση γίνεται αυταπόδεικτο αξίωμα, και οι ασθενείς μένουν να απορούν γιατί η αποδεδειγμένη θεραπεία δεν δουλεύει για αυτούς.

Εάν όμως οι θεράποντες γιατροί ήταν περισσότερο πρόθυμοι να ακούσουν προσεκτικά τους ασθενείς τους, αντί να αμφισβητούν όλα τους τα λεγόμενα και με προσκρούστιο τρόπο να προσπαθούν να χωρέσουν την κλινική τους εικόνα στο φάντασμα της ΠΣ που έχουν λανθασμένα διαμορφώσει στο μυαλό τους, τότε η επόμενη έρευνα δεν θα έλεγε τίποτα καινούργιο:

Relationship between early clinical characteristics and long term disability outcomes: 16 year cohort study (follow-up) of the pivotal interferon β-1b trial in multiple sclerosis.

Πίσω από  τον τίτλο-σιδηρόδρομο βρίσκεται η μέτρηση της επίδρασης του Betaseron πάνω στην αναπηρία των ασθενών, 16 χρόνια μετά τη λήξη της κλινικής έρευνας στην οποία συμμετείχαν. Η έρευνα αυτή έγινε στο διάστημα 1989-1993, ήταν η πρώτη που αφορούσε ιντερφερόνες, και οδήγησε στην αδειοδότηση του Betaseron (Betaferon στην Ευρώπη). 16 χρόνια μετά, το 2005, 432 ασθενείς της αρχικής έρευνας εξετάστηκαν για να διευρευνηθεί η μακροπρόσθεσμη επίδραση του φαρμάκου στην εξέλιξη της ασθένειάς τους. Παραδόξως, τα αποτελέσματα χρειάστηκαν 6 χρόνια για να σχηματοποιηθούν στην παραπάνω εργασία που τελικά δημοσιεύθηκε στις 21/12/2011.

Παρά τη στρυφνή διατύπωση του κειμένου, τα λεγόμενα είναι αποκαλυπτικά:

Accumulation of plaque burden measured by MRI did not correlate with late physical disability or with cognitive outcome.

Η συσσώρευση του φόρτου (σκληρωτικών) πλακών μετρημένη με μαγνητική τομογραφία δεν συσχετίστηκε με την ύστερη φυσική αναπηρία ή το γνωστικό αποτέλεσμα.

Με άλλα λόγια, το πλήθος και το μέγεθος των εστιών δεν είχε σχέση ούτε με τη φυσική αναπηρία ούτε με τις γνωστικές δυσλειτουργίες.

Multivariate regression analysis using stepwise elimination demonstrated that baseline variables contributed independently to predicting long term outcomes while trial outcome variables contributed little.

Η πολυπαραγοντική ανάλυση παλινδρόμησης με βαθμιαία απαλοιφή (σ.σ. στατιστικοί όροι) έδειξε ότι οι μεταβλητές που μετρήθηκαν προ της έναρξης της έρευνας συνεισέφεραν ανεξάρτητα στην πρόβλεψη των μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων, ενώ οι μεταβλητές-κριτήρια της έρευνας συνεισέφεραν λίγο.

Δηλαδή η εικόνα του ασθενούς μετά από 16 χρόνια είχε περισσότερο σχέση με την αρχική του κατάσταση, ενώ η επίδραση των σημείων που βελτίωσε το Betaseron, επηρέασε ελάχιστα την τελική του εικόνα. Ακόμα πιο απλά, το πλήθος των υποτροπών και των εστιών που υποτίθεται ότι ελάττωσε η ιντερφερόνη (κατά το περιβόητο 30%) δεν είχε σοβαρή σχέση με την κλινική εικόνα 16 χρόνια μετά.

Although on-trial change in some short term clinical measures correlated with long term physical and disability outcomes, the proportion of the variance explained by single commonly employed on-study variables was often small or undetectable.

Αν και η αλλαγή σε κάποιες βραχυπρόθεσμες κλινικές μετρικές κατά τη διάρκεια της κλινικής έρευνας συσχετίζονταν με τα μακροπρόθεσμα σωματικά και αναπηρικά αποτελέσματα, το ποσοστό της διαφοράς που εξηγούνταν από μεμονωμένες, κοινώς χρησιμοποιούμενες μεταβλητές εντός των ερευνών ήταν συχνά μικρό ή ανύπαρκτο.

Η παρατηρούμενη αναπηρία, 16 χρόνια μετά, δεν ήταν δυνατό να εξηγηθεί από τα κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν για την αξιολόγηση της ιντερφερόνης. Δηλαδή, το φάρμακο ήταν εξαιρετικό, αλλά δεν είχε κανένα αποτέλεσμα.

Χρειάζονται άραγε ανάλογες έρευνες και για τις υπόλοιπες ιντερφερόνες για να μάθουμε το ίδιο πράγμα; Ποιός ξέρει, μπορεί και να είναι έτοιμες από χρόνια.

Βίοι παράλληλοι: Εστίες & φλέβες

Είναι πλέον γνωστό σε όλους ότι οι εγκεφαλικές εστίες της ΠΣ αναδύονται γύρω από μεγάλες και μικρές φλέβες, κυρίως της περικοιλιακής περιοχής. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι εάν οι εν λόγω φλέβες διαφέρουν από εκείνες που δεν έχουν γύρω τους εστία, ή από τις αντίστοιχες ατόμων χωρίς ΠΣ. Η επίσημη νευρολογική θέση είναι ότι δεν υφίσταται καμία δομική διαφοροποίηση του φλεβικού συστήματος πριν την εμφάνιση μιας εστίας σε μια μια δεδομένη περιοχή, και ότι η τοπογραφία των εστιών, πλην των ανεξήγητων ακόμα Dawson’s fingers, είναι πάνω-κάτω τυχαία. Ωστόσο η παρακατω εργασία έρχεται να ρίξει μερικές φλεβικές αμφιβολίες:

Vascular Description of Perivenular Lesions in Multiple Sclerosis

Χρησιμοποιώντας μια νέα τεχνική μαγνητικής τομογραφίας, οι ερευνητές μελέτησαν συνολικά 150 φλέβες από 19 ασθενείς και 2 άτομα ελέγχου. 45 από αυτές ήταν περιτριγυρισμένες από εστίες, 41 βρίσκονταν στο κέντρο εστιών και 64 ήταν σε περιοχές χωρίς εστίες. Διαπιστώθηκαν τα παρακάτω:

  1. η μέση διάμετρος των φλεβών εντός των εστιών (0.76±0.14mm) ήταν μικρότερη από αυτήν εκτός των εστιών (1.18±0.13mm), σε μικρές και μεγάλες εστίες.
  2. οι φλέβες εκτός εστιών είχαν μεγαλύτερη διαμέτρο στους ασθενείς (1.18±0.14mm) παρά στα άτομα ελέγχου (0.99±0.09mm).
  3. το 58% των μικρών εστιών βρίσκονταν στην περικοιλιακή περιοχή, 33 βρίσκονταν στην υποφλοιώδη λευκή ουσία και 9% στα όρια λευκής και φαιάς ουσίας.
  4. υπήρχε μια μικρή θετική συσχέτιση μεταξύ διαμέτρου φλεβών και εστιών στις μικρές περικοιλιακές εστίες.
  5. υπήρχε μια θετική συχέτιση μεταξύ μήκους φλεβών και διαμέτρου εστιών για τις μεγαλύτερες εστίες.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το (1) δείχνει πιθανόν τη συμπίεση που υφίστανται οι φλέβες από την περιβάλλουσα φλεγμονή, ενώ για το (2) προτείνουν δύο εκδοχές. Η πρώτη, ότι συμβαίνει όντως μια αλλαγή στις φλέβες προ της εμφάνισης εστίας, η δεύτερη, ότι ίσως είναι αποτέλεσμα μιας διάχυτης μείωσης του εγκεφαλικού όγκου.

Η πρώτη δική μας παρατήρηση είναι ότι το (3) παρέχει μια στατιστική ένδειξη ότι η γενεσιουργός αιτία των εστιών είναι ισχυρότερη στον περικοιλιακό χώρο και εξασθενεί όσο απομακρυνόμαστε από εκεί και πλησιάζουμε τον φλοιό. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι κάποιος μικροπαράγοντας εντός του αίματος, όπως ένας ιός ή κάποιο παρανοϊκό κύτταρο του ανοσοποιητικού, γιατί τότε θα δρούσε με την ίδια ένταση σε οποιοδήποτε επίπεδο του φλεβικού δικτύου. Επομένως, πρόκειται για μια ενεργειακή κατάσταση του ίδιου του αίματος η οποία παράγεται στην περικοιλιακή περιοχή και εκτονώνεται βαθμιαία προς τα εξωτερικά στρώματα του εγκεφάλου, δηλαδή μία σφοδρή παλινδρόμηση.

Επιπλέον, η εξήγηση για το (1) φαίνεται πειστική, δεδομένου ότι οι φλέβες είναι εκτατές και επομένως μπορούν να δώσουν χώρο στον διογκωμένο και σκληρότερο περιβάλλοντα χώρο. Ωστόσο, από τις εξηγήσεις για το (2), η δεύτερη φαίνεται λίγο προβληματική. Αφενός δεν αναφέρεται ο βαθμός της τοπικής και συνολικής ατροφίας, αφετέρου, το γεγονός και μόνο ότι η φλέβα έχει χώρο να διογκωθεί δε σημαίνει ότι θα το κάνει. Το περιεχόμενό της σε αίμα είναι αυτό που θα καθορίσει τη διάμετρό της σε συνδυασμό με την αντίσταση του περιβάλλοντος ιστού. Εφόσον λοιπόν το φαινόμενο παρατηρήθηκε σε υγιή ιστό είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι η φλέβα διογκώθηκε επειδή η πίεση εντός της αυξήθηκε λόγω μεγαλύτερης παρουσίας φλεβικού αίματος.

Στο σημείο αυτό έρχεται να ρίξει λίγο φως μια εργασία από το πρόσφατο παρελθόν (2005):

Prominent Perivenular Spaces in Multiple Sclerosis as a Sign of Perivascular Inflammation in Primary Demyelination

Με χρήση μαγνητικής φλεβογραφίας παρατηρήθηκε η ύπαρξη περίεργων διογκωμένων διαστημάτων γύρω από φλέβες που άλλοτε σχετίζονταν άμεσα με κάποια εστία και άλλοτε όχι, ενώ δεν εμφάνιζαν όλες οι εστίες μια τέτοια διογκωμένη περιοχή. Όπου υπήρχαν κοντά εστίες, η  διόγκωση ήταν καλύτερα ορατή στα πρώτα στάδια σχηματισμού των εστιών, όσο αυτές ήταν μικρές και ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός δεν είχε ακόμα διαρρηχθεί. Οι ερευνητές τις απέδωσαν σε περιφλεβική φλεγμονή, όμως ποια είναι η πειστικότερη εξήγηση για την προέλευση αυτής της φλεγμονής; Γιατί άραγε αναφέρουν οι ερευνητές ότι στις εν λόγω περιοχές η ροή του αίματος είναι πιθανόν αργή;

There is often a faint linear enhancement along the perivascular space, as shown in Figure 1C, which we believe is venous enhancement due to slow flow of intravenous contrast material that further confirms that the observed prominent perivenular spaces are in fact perivenous.

Σχετικό με τα παραπάνω είναι και ένα πρόσφατο άρθρο του ccsvitalk γύρω από την ορατότητα των φλεβών στους εγκεφάλους ασθενών με ΠΣ:

 Μειωμένη απεικονισιμότητα των φλεβών του εγκεφάλου

Stents στις επεμβάσεις CCSVI

Από τον όγκο των πληροφοριών που παραθέτει ο ανερχόμενος Επεμβατικός Ακτινολόγος Dallas Broadway, κρατήστε δύο τινά: τις ενδείξεις για την τοποθέτηση στεντ σε ασθενείς με CCSVI, και τις επιπλοκές αυτών.

Stents in CCSVI procedure

Ενδείξεις:

Multiple restenosis, resistant elastic recoil, stenosis, complications of prior treatments, complications such as tears, flaps occlusions, thrombosis, occluded stent

Όπως παρατηρείτε, ένα στεντ που έχει θρομβώσει ή επαναστενώσει, πάλι με στεντ ενδείκνυται να λυθεί.

Το στεντ τοποθετείται επίσης σε άλλες δύο παθήσεις που σχετίζονται με το CCSVI, και είναι το σύνδρομο May Thurner (compression of the left common iliac vein) και το σύνδρομο Nutcracker (compression of the left renal vein between aorta and superior mesenteric artery) – σύνδρομα που αφορούν ανατομικές συμπιέσεις της λαγόνιας φλέβας και της νεφρικής φλέβας αντίστοιχα.

Επιπλοκές (είναι χαμηλό το ποσοστό τους, και αφορούν το 0-19% των ασθενών που βάζουν στεντ):

Vessel rupture, hemorrhage, hemoptysis, epistaxis, pericardial tamponade, cardiac failure, recurrent larryngeal palsy, stent migration, pulmonary emboli, groin hematoma

Σελίδα 1 από 512345