Flash back

Όλοι είχαμε το πρώτο μας δραματικό επεισόδιο στον χρόνο – δε βλέπεις ξαφνικά, ή βλέπεις διπλά ή έχεις  μουδιάσει.

Αρκετοί έχουμε ένα ακόμη επεισόδιο πριν το πρώτο – χωμένο βαθιά στο παρελθόν, να διαφεύγει της προσοχής όλων, αλλά όχι της δικής σου, που έχεις την αναλαμπή ότι δε μπορεί, το CCSVI θα το έκανε και αυτό.  Δυστυχώς, και αυτό.

Για μένα τα προβλήματα ξεκίνησαν το 2009, αλλά αν κουρδίσω το ρολόι προς τα πίσω, σταματώ στο 1999.  Χωρίς να ήξερα τότε τί με περίμενε ούτως ή άλλως στο μέλλον, έλεγα πως το 1999 ήταν η χειρότερη χρονιά της ζωής μου.  Έβλεπα μια χαρά, και δεν είχα μουδιάσει.  Αλλά.

Αλλά στις 11 Γενάρη 1999, ξαφνικά, μετά από μία φοιτητονύχτα με γέλια, κρασιά και γυναικείες εξομολογήσεις στη Θεσσαλονίκη, ούσα μόλις 20 ετών, ξύπνησα άλλη.  Λες και κάποιος μες στη νύχτα μου φόρεσε άλλο εγκέφαλο, απλά με το ίδιο πρόσωπο.  Ήμασταν μέσα στην εξεταστική, έπρεπε να διαβάζω με αμείωτη όρεξη όπως πάντα.  Αντ’ αυτού, ξύπνησα και άρχισα να κλαίω.

Τίποτα δεν είχε αλλάξει έξω: είχα παρέες, περνούσα καλά, μου άρεσαν όλα.  Τίποτα έξω δε με ενοχλούσε.  Αλλά δεν ήξερα τί έφταιγε και ένιωθα σα να είχε πάει κάτι λάθος.

Στην αρχή δεν είπα τίποτα σε κανέναν, πέρα από τη συγκάτοικο που τα έβλεπε.  Κλείστηκα στο δωμάτιο με κόπωση που έφτανε μέχρι την Ανταρκτική, έκλεισα τα παντζούρια και έπεσα για ύπνο.  Τις πρώτες τρεις μέρες κοιμόμουν όλη μέρα για να μη σκέφτομαι.  Όταν ξυπνούσα, ένιωθα χάλια συναισθηματικά, ένιωθα άβολα, ένιωθα θλίψη, ένιωθα “τί κάνω εγώ εδώ;”, ενώ ταυτόχρονα ψήγματα του λογικού εαυτού μου έκαναν τη μετα-ανάλυσή τους και έλεγαν “μα τί έγινε και είσαι χάλια; δεν άλλαξε τίποτα”.

Πήρα τηλέφωνο τη μαμά μου και για πρώτη φορά της είπα κάτι που ποτέ δεν είχε ακούσει από μένα: “μαμά δεν είμαι καλά”.

Οι συγγενείς προσπάθησαν να βρουν αιτίες στο περιβάλλον για να με βοηθήσουν: σχολή; ερωτικά; κάτι άλλο;  Όχι, τίποτα.  Μετά τις πρώτες μέρες με κλάμα και ένα είδος αγωνίας λες και κάτι κακό με περίμενε, πέρασα σε άλλη συμπεριφορά: απάθεια.  Σταμάτησα να νιώθω πράγματα, δε μου άρεσε τίποτα, δε σχολίαζα τίποτα.  Πέρασε Γενάρης, πέρασε Φλεβάρης, ήμουν σα ρομπότ που δε συγκινείται με τίποτα.  Μόνο όταν κουραζόμουν, δάκρυζα πάλι εύκολα.  Εννοείται πως δεν έδωσα κανένα μάθημα σε εκείνη την εξεταστική, και τότε κατάλαβαν όλοι πως τα πράγματα είναι ίσως λίγο πιο σοβαρά από ένα “μέθυσα ένα βράδυ και δε μου αρέσει η ζωή μου”.

Τον Μάρτιο του 1999 πήγα, με δική μου θέληση, σε ψυχοθεραπεύτρια, μπας και καταλάβαινα τί διάολο γινόταν.  Το σκέφτομαι τώρα και γελάω, αλλά τότε ήταν απελπιστικό.  Τη θυμάμαι να μου ζητάει να της αφηγηθώ το παρελθόν και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής μου, ενώ εγώ επαναλάμβανα σε αυτή και σε όλους “δεν καταλαβαίνετε, τίποτε δε μου φταίει, δεν ξέρω τί έγινε σε ένα βράδυ, σα να χάλασαν όλα”.  Δύο συνεδρίες μετά σταμάτησα να πηγαίνω, δεν οδηγούσε κάπου εκείνη η κουβέντα.

Κι έτσι, ήρθε και έμεινε η κατάθλιψη.  Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο.  Συνοδεύτηκε από ακατάσχετη υπνηλία και κόπωση.  Τίποτα δεν έβγαζε νόημα τότε.  Δεν ξέρω τί περίμενα, φοβόμουν ότι τρελαινόμουν, έλεγα, τί στο διάολο, στα καλά καθούμενα χάλασα.

Μετά, ξαφνικά, 24 Σεπτεμβρίου 1999, βγήκα για πρώτη φορά για φαγητό με φίλους και ένιωσα να περνάω καλά.  Ήμουν τόσο χαρούμενη που είχα αρχίσει να ξανανιώθω.  Τους επόμενους μήνες, ένιωθα όλο και καλύτερα.  Με σημερινούς όρους, θα λέγαμε πως άρχισε να φεύγει η υποτροπή.  Αλλά τότε, είπαμε, δεν είχα ιδέα, και γατζωνόμουν τόσο πολύ από τις στιγμές που ένιωθα, από φόβο πως θα ξαναχαλάσω στο μέλλον.

Δεν ξέχασα ποτέ τις ημερομηνίες που ήρθε και έφυγε η αδικαιολόγητη θλίψη.  Το μούδιασμα ή η νευρίτιδα είναι αλλιώς.  Πονάνε, αλλά τα βιώνεις στο καταφύγιο του εαυτού σου.  Εκείνη την περίοδο, δεν είχα καταφύγιο εαυτού.  Πραγματικά ήταν σα να φορούσα δανεικό εγκέφαλο για εννέα μήνες.

Ούτε όταν συνέβη η οπτική νευρίτιδα, πολλά χρόνια μετά, δε συνέδεσα την θλίψη του 99 με αυτή.  Τη συνέδεσα όμως αμέσως με το CCSVI, όταν έμαθα για αυτό το 2010, και είμαι πεπεισμένη πως εκείνος ο συναισθηματικός σεισμός είχε ορισμένη αιτία στον ιππόκαμπο.  Έχει νόημα να ξαναπώ πως αν η νευρολογία είχε πάρει σοβαρότερα τις ενδείξεις, τόσα χρόνια τώρα, θα είχαμε γλιτώσει όλοι παρόμοια επεισόδια; Ναι, ειδικά όταν βιώνεις την κατάθλιψη και χάνεις και το τελευταίο προπύργιο, τον εαυτό, έχει νόημα να το λες.  Δεν τους συγχωρώ τίποτα.

Τέτοιο επεισόδιο δεν ξαναήρθε, αλλά έχω την αίσθηση ότι δε μπορώ να γίνω πια ο πιο χαρούμενος άνθρωπος στον κόσμο.

Όταν μπήκα στο διαδίκτυο και άρχισα να γράφω για τη σκλήρυνση και το CCSVI ήδη από το πρώτο ποστ, σε άλλο φόρουμ και όχι εδώ, το 2010, το έκανα με το ψευδώνυμο που ένιωθα φυσικό πλέον.  Neutralis στα λατινικά είναι το ουδέτερο – παραπέμπει κάπως σε μία αποστασιοποίηση από οποιαδήποτε κατάσταση, ίσως και στο συναισθηματικό νέκρωμα.

Πώς να περιγράψεις επαρκώς σε κάποιον που ενδιαφέρεται ποιά περίπου είσαι μετά από όλα αυτά;  Ημικρανίες από τα 15, ανεξήγητη κατάθλιψη, νευρίτιδα, αγγειοπλαστικές, Nutcracker, Αμερική, στεντ, υποπλασία, εστία.  Ο εαυτός έχει διασκορπιστεί σε όλα αυτά.

Μετά την απαράδεκτη φοιτητική ζωή που δεν έζησα, έφυγα Αγγλία με την ελπίδα πως αλλάζοντας τόπο, αλλάζεις και εγκέφαλο.  Τόσα ήξερα τότε, αλλά η αλλαγή βοήθησε.  Τα επόμενα χρόνια ήταν από τα πιο όμορφα της ζωής.

Flash forward:

Μόλις φέτος διάβασα στον άντρα μου το ημερολόγιο εκείνης της χρονιάς, του 99, που κρατούσα σε σελίδες γραφομηχανής.  “Θέλω να βρω τον εσωτερικό μου διακόπτη.  Και να τον σβήσω.”  Δεκατρία χρόνια μετά, δε θέλω να τον σβήσω, και είμαι χαρούμενη που έχω έναν χαρούμενο μπόμπο, αλλά έχω χάσει την εμπιστοσύνη στον κόσμο, και αγωνιώ πολλαπλάσια για το μέλλον, γιατί έχω ζήσει από πρώτο χέρι αυτό το “χτες ήμουν μια χαρά, και μέσα σε μια νύχτα όλα άλλαξαν”.

Ήθελα καιρό να το γράψω αυτό το ποστ.  Αλλά νιώθω σα να μην έγραψα ούτε τα μισά από αυτά που είχαν συμβεί.  Το επεισόδιο του 99 κράτησε εννέα μήνες, ήταν  η κύηση μιας θλίψης που γέννησε την απορία η οποία λύθηκε μόνο έντεκα χρόνια μετά: τί μου συνέβη;

Η απορία μου μπήκε στην εφηβεία της, και έχει πλέον θυμό και αλματώδη αντάπτυξη μνήμης.  Τώρα το συμβάν βγάζει νόημα, έχει και αυτό αιτία και αυτουργούς.  Είναι το φροϋδικό we forget nothing, but we remember very little.

  1. ποσοι ομως ειχαν την ευκαιρια να αλλαξουν ζωη?
    ποσοι ειχαν την ευκαιρια να αλλαξουν την “μοιρα “τους?

  2. Μαρία, μ’αρέσεις πολύ!
    (Με αφορμή αυτό το post αλλά με αιτία όλα τα προηγούμενα. Κυρίως γιατί συνεχίζεις και γράφεις παρόλο που εσύ την άκρη σου την βρήκες).

  3. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της κοινωνίας μας . Συνηθίζεται όποιος λύνει το πρόβλημά του να αποσύρεται και να αδιαφορεί . Το ccsvi δεν είναι εύκολο θέμα , δεν σημαίνει πως δεν θα επαναστενώσεις , δεν θα υπάρξει καμία μεταβολή μετά την αγγειοπλαστική ή κάτι τέτοιο . Εξελίξεις υπάρχουν και εκείνοι που μπορούν να βοηθήσουν και τους υπόλοιπους να τις μάθουν είναι πολύ σημαντικό να το κάνουν . Στις άλλες χώρες οι ασθενείς μιλάνε , ενημερώνουν για ο,τι μαθαίνουν . Δυστυχώς στην Ελλάδα αυτό δεν υπάρχει ,ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του μόνο που αυτό συνολικά σε κακό βγαίνει . Ευτυχώς που η Μαρία έχει τη θέληση και τη διάθεση να βοηθήσει σ’ αυτή την κατεύθυνση και την ευχαριστούμε γι αυτό .

  4. Eυχαριστώ aliki και el. Με “πιάνετε” με πολλούς τρόπους.

    Πώς περνάνε τα χρόνια όμως. Τριών μηνών ήταν ο μπόμπος, μόνο έκλαιγε και έπινε γάλα, όταν στη μαγνητική φάνηκε μία εστία.

    Σήμερα είναι σχεδόν τρισήμισυ, και έχω να τον σηκώσω αγκαλιά 3 μήνες, λόγω στεντ, αλλά γνωρίζει και ρωτάει: “μπήκαν καλά μαμά τα στεντ; σε πόσες μέρες θα με σηκώσεις αγκαλίτσα;”

    Ε, όταν σκέφτομαι το μέλλον που επιφύλασσαν κάποιοι σε μένα και σε αυτό το παιδί αν δεν υπήρχε CCSVI, μένω ορκισμένη να γράφω μέχρι να πάθω άνοια.

Leave a Comment