Επεμβατικές και μη επεμβατικές διαγνωστικές τεχνικές στο CCSVI

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι.

Εφόσον η φλεβική μορφολογία δεν έχει μελετηθεί ποτέ επαρκώς ώστε να γνωρίζουμε ακριβώς τί είναι φυσιολογικό, τί παραλλαγή του φυσιολογικού και τι παθολογικό, δε μπορούμε να μιλάμε για φλεβικά ευρήματα ως ευρήματα άνευ σημασίας.  Εκ των προτέρων, κανείς νευρολόγος ή όποιος άλλος δε μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα η ΧΕΝΦΑ να προκαλεί σκλήρυνση.  Αυτό που μπορεί να πει μόνο είναι πως ακόμη δεν έχει αποδειχθεί, και τουλάχιστο να δεχθεί πως υπάρχει μία κατάσταση, η ΧΕΝΦΑ, η οποία, και ανεξάρτητα από τη σκλήρυνση, αξίζει να μελετηθεί.  Αυτός ο μίνι πρόλογος αφορά τον κάθε γιατρό εκεί έξω που με περισσή βεβαιότητα δηλώνει πως σε καμία περίπτωση η ΧΕΝΦΑ δεν σχετίζεται αιτιολογικά με τη σκλήρυνση, και πως οι επεμβάσεις κρίνονται επικίνδυνες για την ακεραιότητα των ασθενών – όση τους απόμεινε, βέβαια, μετά τα Tysabri, Gilenya, και δε συμμαζεύεται.

Αυτό στο οποίο θα συμφωνήσουμε είναι πώς να βρούμε το λιγότερο επεμβατικό, αλλά περισσότερο αξιόπιστο μέσο προκειμένου να καταδείξουμε πως η ύπαρξη της ΧΕΝΦΑ εμφανίζει και επαναληψιμότητα και αντικειμενικότητα.  Οι συγγραφείς της παρακάτω εργασίας επιχειρούν να αναλύσουν τα υπέρ και τα κατά κάθε επεμβατικής και μη επεμβατικής μεθόδου διάγνωσης του CCSVI, οι οποίες περιλαμβάνουν τα εξής: υπέρηχο, μαγνητική φλεβογραφία, αξονική, πληθυσμογραφία, από τη μία πλευρά, και επεμβατική φλεβογραφία, ενδοαγγειακός υπέρηχος από την άλλη.

The role of noninvasive and invasive diagnostic imaging techniques for detection of extra-cranial venous system anomalies and developmental variants

Είναι προφανές (ανοίξτε τα tables για να δείτε τις συγκρίσεις) πως από τα μη επεμβατικά υπερτερεί η πληθυσμογραφία, ενώ από τα επεμβατικά ο IVUS.  Eίναι ακόμη προφανέστερο πως θα χρειαζόμαστε έναν συνδυασμό εργαλείων για να διαγνώσουμε το CCSVI.  Πόσο φτωχός, συνεπώς, είναι κάθε αντίλογος που βασίζεται στο επιχείρημα ότι “ο υπέρηχος δε βρίσκει CCSVI σε όλους τους ασθενείς”.

Πώς πείθεις όμως έναν ασθενή ή έναν γιατρό να παραπέμψει τον ασθενή σε επεμβατική μέθοδο, όταν η μη επεμβατική μέθοδος δε σου έχει δώσει ενδείξεις για ΧΕΝΦΑ? Εδώ οι υποψιασμένοι ασθενείς δε χρειάζονται “παραπεμπτικό”.  Κατανοούν πως η ίδια η ιστορία της σκλήρυνσης βασίζεται σε αυθαίρετες περιγραφές εστιών που δεν ξέρουμε τί δείχνουν, παρά μόνο ξέρουμε να τις μετράμε.  Οι υποψιασμένοι ασθενείς πάνε μόνοι τους στο βήμα 2 και ζητάνε φλεβογραφία με IVUS, και αν έχουν επιδείνωση μετά την αγγειοπλαστική δεν ακούνε κανέναν υπέρηχο, παρά μόνο έναν έμπειρο στον IVUS γιατρό.  Οι μη υποψιασμένοι, δυστυχώς, αν δε βρουν ενδείξεις στον υπέρηχο δεν κάνουν τίποτα.

Πέντε χρόνια μετά την ανακάλυψη της ΧΕΝΦΑ, παραμένει θέμα το πώς τη διαγιγνώσκεις με ασφάλεια και αξιοπιστία.  Ωστόσο τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα αν πρέπει να θεωρήσουμε τη ΧΕΝΦΑ αποκλειστική πάθηση των ασθενών με σκλήρυνση.  Οι νευρολόγοι ζητάνε μοναδική εμφάνιση της ΧΕΝΦΑ σε ασθενείς με σκλήρυνση, αλλά φοβάμαι πως θα αποδειχθεί το αντίθετο: πως η “σκλήρυνση” είναι μία μόνο από τις εκφάνσεις της ΧΕΝΦΑ.  Το πρόβλημα, φυσικά, δεν είναι της ΧΕΝΦΑ, αλλά της σκλήρυνσης και του πώς αυτή ορίστηκε ιστορικά.  Απλά επειδή οι νευρολόγοι προηγούνται, στον χρόνο, στην αντιμετώπιση αυτού που οι ίδιοι ονομάζουν “σκλήρυνση”, επηρεάζεται η γνώση και η κατανόηση της ΧΕΝΦΑ σήμερα.

Ωστόσο, επειδή μιλάμε για IVUS, να επιμείνουμε πως και ο ενδοαγγειακός υπέρηχος δεν είναι εύκολος στη χρήση του – δε σημαίνει δηλαδή πως επειδή πήγες σε γιατρό που έχει IVUS έλυσες και το πρόβλημα.  Ο IVUS δίνει ψευδώς θετικές διαγνώσεις στα χέρια ενός άπειρου γιατρού.  Στα χέρια ενός έμπειρου γιατρού είναι, όμως, το ιδανικό εργαλείο για την ανίχνευση ενδοαυλιακών ανωμαλιών, αυτών που κυρίως αφορούν τη ΧΕΝΦΑ, και για την απεικόνιση της φλέβας σε 360 μοίρες, καθώς και τον ακριβή προσδιορισμό του ποσοστού στένωσης ή πάχυνσης των τοιχωμάτων.

Leave a Comment