Αλλαγές

Άλλη μία δραματική εβδομάδα οδηγείται στο τέλος της – or so I hope.

Ο μπόμπος ξεκίνησε προνήπια και ο χωρισμός μας ήταν ό,τι δραματικότερο έχει συμβεί στη ζωούλα του, έτσι φάνηκε τουλάχιστο.  Την πρώτη μέρα έκλαψε σε σημείο να του κοπεί η ανάσα, φώναξε στις κυρίες – που ούτε να τις δει δεν ήθελε – “αφήστε με να φύγω”, ρωτούσε κάθε δέκα λεπτά τί ώρα θα γυρίσω να τον πάρω, και όταν γύρισα, τρεις ώρες μετά, ήταν το πιο σοβαρό και αμίλητο παιδί εδώ και τέσσερα χρόνια, λες και μόλις κατάλαβε πως οι άνθρωποι δεν είναι δεδομένοι, ούτε οριστικοί.

Τη δεύτερη μέρα το δράμα ξεκίνησε από το σπίτι.  Δεν ήθελε να φύγει, ξύπνησε από τις 6 το πρωί από το άγχος, πήγε τέσσερις φορές στην τουαλέτα, με φίλησε τόσο δυνατά λες και έφευγα μετανάστρια για τα επόμενα τριάντα χρόνια και με έβαλε να του ζωγραφίσω καρδούλα και το ονοματάκι μου στην παλάμη του να το βλέπει και να παρηγοριέται.  Εν τέλει πήγε, με δάκρυα ξανά.  Όταν τον πήρα, ήταν χαρούμενος που γύρισα – μια επιβεβαίωση πως θα επιβιώσει και έτσι, με το νέο μοντέλο ζωής που περιλαμβάνει και το σχολείο.

Τις επόμενες μέρες έκλαιγε όλο και λιγότερο, αλλά εξασκούσε τη ρητορική όλο και περισσότερο.  Άκουσα απίστευτα επιχειρήματα, όπως “θέλω να πάμε να ζήσουμε σε μία πόλη που δεν έχει σχολεία”, “θέλω να μείνω αγράμματος, δε θέλω να συνεννοείμαι με τους ανθρώπους” (συνεννοείμαι, όχι συνεννοούμαι), “δε φέρνω λεφτά από τη δουλειά (σχολείο) που με στέλνεις, δε μ’αρέσει”.  Κάθε μέρα πήγαινε όμως, κάθε μέρα όλο και καλύτερα, αν και με εμφανές άγχος στο σπίτι πως κάπου θα πάω και θα ξεχάσω να γυρίσω κοντά του ή κάπου θα τον αφήσω και δε θα τον θυμηθώ.

“Πόσα χρόνια ακόμη θα πηγαίνω σχολείο?” “Θα σταματήσω στα 5?” “Πότε θα γίνω μπαμπάς να μην πηγαίνω?”, και πάντα, πάντα, πάντα η ίδια ερώτηση όταν τον αφήνω:

Εσύ μαμά δε μου λες ψέματα, θα έρθεις να με πάρεις;

Δέκα μέρες μετά, σήμερα το βράδυ, λίγες ώρες πριν, ο μπόμπος είναι σε μία χαρούμενη ομάδα παιδιών που βλέπουν μία εγκαταλελειμμένη αποθήκη στη γειτονιά και φαντάζονται πως ένα τέρας κατοικεί εκεί και τρέχουν με γέλια και με φόβο.  Θέλουν και δε θέλουν να πλησιάσουν.  Ποιός ξέρει τί όνειρα θα δει το βράδυ, σκέφτομαι, και του λέω “μικρέ, θα πάω στην αποθήκη να σας δείξω πως δεν υπάρχουν τέρατα, να μη φοβάστε”.  “Ναι, ναι, να πάτε” τσιρίζουν τα άλλα πιτσιρίκια.

Όμως ο μικρός είναι απόλυτος: “Όχι μαμά, δε στέλνω εσένα στο τέρας.  Δε θα πας”.

Κι έτσι δεν πήγα στην αποθήκη.

Τί θέλω να πω: πως στο μυαλό ενός παιδιού η μαμά είναι μία σταθερά.  Και όταν αλλάζει η ζωή της μαμάς, αλλάζει και η ζωή του παιδιού αναγκαστικά.  Είτε προς το καλύτερο, είτε προς το χειρότερο.

Η σκέψη μου είναι πάντα στα παιδιά των ασθενών με MS.  Στις σκέψεις που κάνουν, και στις άμυνες που αναπτύσσουν.  Στην ευθύνη που, δυσανάλογα, νιώθουν και στο άγχος που βιώνουν.  Και, πολλές φορές, στις ενοχές που κακώς επωμίζονται.

Τα παιδιά θέλουν μόνο να ξέρουν πως, στο τέλος της ιστορίας, η μαμά θα είναι εκεί, αλώβητη, να τα πάρει στο σπίτι.  Ας το σκεφτούν αυτό δυο και τρεις φορές οι μαμάδες με MS που επέλεξαν αποκλειστικά τα φάρμακα της αυτοανοσίας για να νικήσουν ένα τέρας που δεν υπάρχει.  Αν ήσουν μόνη σου, θα μπορούσες να καταπίνεις και χόρτα, να κάνεις ό,τι σου κατέβει στο κεφάλι, για να μειώσεις τις υποτροπές 27%.  Αλλά έχεις και ένα παιδί.  Οι επιλογές σου θα αλλάξουν και τη δική του ζωή.

Leave a Comment