Η φλεβική θεωρία του Franz Schelling

Ποιός είναι ο F. Schelling, μπορείτε να το δείτε στο Ευρετήριο Ονομάτων. Την πλήρη θεωρία του σε online βιβλίο θα τη βρείτε στο http://www.ms-info.net.  Ένα υπόδειγμα ερευνητικής δουλειάς και αναλυτικής-συνδυαστικής σκέψης.

Εισαγωγή

Η θεμελιώδης διαφωνία του F. Schelling με την καθιερωμένη αντιμετώπιση της ΣΚΠ είναι η έννοια της “κλινικά διεγνωσμένης ΣΚΠ”. Η παγίωση της χρήσης αυτού του ασαφούς και αστήρικτου όρου, λέει ο Schelling, είναι ο βασικός λόγος της μακρόχρονης στασιμότητας σε ερμηνευτικό και θεραπευτικό επίπεδο. Κι αυτό επειδή η πρώιμη αποδοχή του απομάκρυνε την προσοχή από τα μοναδικά ιστολογικά χαρακτηριστικα των εστιών της ΣΚΠ και τις όποιες προσπάθειες για ερμηνεία της προέλευσής τους. Έτσι, φτάσαμε σήμερα να μετράμε εστίες για να διαγνώσουμε την ΣΚΠ, παρόλο που η φύση τους μας διαφεύγει. Όπως λέει ο ίδιος χαρακτηριστικά: “we may ask ourselves whether a counting of unexplained lesions can actually make up for a qualitative lesion specification“, δηλαδή “μπορούμε να αναρωτηθούμε εάν η μέτρηση ανεξήγητων εστιών μπορεί να σταθεί στη θέση ενός ποιοτικού ορισμού των εστιών“.

Στα πλαίσια αυτής της διαφωνίας, αναπτύσσει τη δική του θεωρία για την προέλευση της ΣΚΠ ξεκινώντας από τις πρώτες καταγεγραμμένες αναφορές για την πάθηση, το 1839, μέχρι τις πιο πρόσφατες εργασίες της εποχής που συνέτασσε τις σκέψεις του σε συμπαγή πρόταση, τη δεκαετία του 1980.  Κομβικό σημείο αυτής της θεωρίας είναι ότι οι εστίες του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού είναι διαφορετικές και ως προς τη φύση και ως προς την προέλευσή τους.

Οι εστίες του νωτιαίου μυελού

Η με γυμνό μάτι παρατήρηση των εστιών του νωτιαίου μυελού τις παρουσιάζει ως καφετιές περιοχές που εκτείνονται από έναν συμπαγή σκουρόχρωμο πυρήνα μέσω μιας γκρι δαντελωτής περιοχής. Ήδη από το 1867 είχαν εξεταστεί και περιγραφεί με λεπτομέρεια τα ιστολογικά χαρακτηριστικά αυτών εστιών με τη βοήθεια μικροσκοπίου από τον C. Frommann. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο τελευταίος είναι συγκλονιστικά:

  1. Τα αστρόγλοια στην περιοχή των εστιών (δηλαδή ο δομικός-συνδετικός ιστός) εμφανίζονται υπερπλαστικά μέχρι και το εξαπλάσιο του φυσιολογικού τους πλάτους και με ιδιαίτερα πυκνό περίγραμμα.
  2. Μετά την ολοκλήρωση της ανωτέρω υπερπλασίας αρχίζουν να εμφανίζονται μικρο-συνδετικές ίνες (γλοίωση) που ξεκινούν από τα όρια των διογκωμένων αστρόγλοιων και εκτείνονται μέσα στην περιοχή των νευραξόνων. Στον πυρήνα των εστιών το σχηματισμένο δίκτυο αυτών των μικρο-ινών είναι τόσο πυκνό που ξεγυμνώνει σχεδόν ολοσχερώς τους νευράξονες από τη μυελίνη και συχνά-πυκνά διακόπτει μέχρι και τη συνέχειά τους.
  3. Η διείσδυση των μικρο-ινών στην περιοχή των νευραξόνων ξεκινά πριν καν ξεκινήσει η οποιαδήποτε απομυελίνωση. Επομένως, η αρχική υπερπλασία των αστρόγλοιων και η συνεπαγόμενη μικρο-ίνωση είναι η αιτία του σχηματισμού των εστιών.

Επιπλέον, πέρα από τους απομυελινωμένους νευράξονες, παρατηρήθηκαν και κάποιοι που, ενώ διατηρούσαν την επικάλυψη μυελίνης, είχαν ταυτόχρονα υποστεί σοβαρές μορφολογικές αλλοιώσεις. Αλλά ακόμα και οι ίδιες μικρο-ινώσεις εμφανίζονταν κατά τόπους ομογενοποιημένες σε υαλώδη σώματα, ιδιαίτερα γύρω από αγγεία που διαπερνούσαν τον σκληρό πυρήνα των εστιών μέσα από βαθιές ρωγμές του συνδετικού (αστρογλοιικού) ιστού. Σαν κάτι να τις είχε σπάσει και μετά αναδομήθηκαν ακόμα πυκνότερες.

Ο Charcot είχε παρατηρήσει επίσης ότι οι περισσότερο κατεστραμμένοι νευράξονες βρίσκονται κοντά στην επιφάνεια του νωτιαίου μυελού και ότι οι βλάβες του προχωρούν από έξω προς το εσωτερικό του. Έπειτα διαπιστώθηκε πολλές φορές ότι οι χαρακτηριστικές της ΠΣ εστίες εμφανίζονται και στις δύο πλευρές του νωτιαίου μυελού, επεκτείνονται προς τα πάνω, κάτω και προς τα μέσα. Ενίοτε συνδέονται εμφανώς και στην επιφάνεια. Ανεξαρτήτως μορφής όμως χαρακτηρίζονται πάντα από γωνιώδη και κοφτερά περιγράμματα, όχι ομοιόμορφες καμπύλες. Και το βασικότερο: όποιος κι αν ήταν ο βαθμός της βλάβης, ποτέ δεν παρατηρήθηκαν ίχνη κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος ούτε στο νευρικό ιστό, ούτε και στην περιαγγειακή περιοχή των επί τόπου αγγείων.

Οι εστίες του εγκεφάλου

Σε αντίθεση με τις εστίες του νωτιαίου μυελού που έχουν πριονωτά όρια, οι εστίες του εγκεφάλου εμφανίζουν ομαλή περιφέρεια και ομοιόμορφο εσωτερικό. Κι εδώ η βλάβη αφορά πρωταρχικά τη μυελίνη και λιγότερο τους νευράξονες, αν και γενικά οι τελευταίοι φαίνονται περισσότερο τραυματισμένοι απ’ ότι στον νωτιαίο μυελό. Αυτές ήταν οι πρώτες παρατηρήσεις του Dawson. Επιπλέον, οι εστίες συνδέονται πάντα με κάποια διογκωμένη η παραμορφωμένη φλέβα. Μάλιστα, οι φλεγμονές και αλλοιώσεις στα τοιχώματα των φλεβών συχνά έπονται των ιστολογικών αλλοιώσεων στο εσωτερικό των εστιών. Επιπλέον, με βάση τα σχεδιαγράμματα του Dawson, υπήρχουν ολόκληρα τμήματα των ενδοεστιακών φλεβών που διέρχονται μέσα από κενά (πλήρης έλλειψη εγκεφαλικού ιστού) των οποίων η διάμετρος φτάνει μέχρι και το επταπλάσιο της διαμέτρου αυτών των φλεβών.

Αργότερα, ο Fog απέδειξε ότι οι χαρακτηριστικές της ΠΣ εστίες του εγκεφάλου (Dawson’s fingers, Steiner’s splashes) ξεκινούν από φλέβες που διακλαδίζονται από τις μεγάλες περικοιλιακές φλέβες. Η ανάπτυξή τους δεν είναι ομοιόμορφη γύρω από την εκάστοτε φλέβα, αλλά έκκεντρη ως προς αυτήν. Οι μεμονωμένες εστίες, από την άλλη, παρατηρήθηκε ότι δημιουργούνται συνηθέστερα σε σημεία όπου οι φλέβες στενεύουν, στρίβουν (δηλαδή το αίμα αλλάζει απότομα διεύθυνση) ή διακλαδίζονται.