Γιατί γράφουμε

“The world of words is the absence of things”.  Αν το καλοσκεφτείτε, κάθε λέξη στη γλώσσα υποκαθιστά ένα πράγμα/πρόσωπο ή μία έννοια.  Υπό αυτή την έννοια, το πράγμα είναι απόν.  Αν ήταν παρόν, δε θα χρειαζόταν να μιλάς γι αυτό, αλλά θα αρκούσε να το δείξεις ή να το αγγίξεις.  Επειδή είναι απόν, έρχεται η λέξη.

Και ίσως γι αυτό η πρώτη λέξη κάθε βρέφους είναι “μαμά” ή ό,τι άλλο συμβολίζει τις ανάγκες του.  Φωνάζει τη μαμά, όταν αυτή δεν είναι εκεί.  Ο ήχος “μαμά” σημαίνει την απουσία του προσώπου.

Η απουσία είναι στερητική κατάσταση και, ως τέτοια, πρέπει να συμβολοποιείται.  Δε γράφουμε όταν είμαστε χαρούμενοι, ευτυχισμένοι ή περνάμε υπέροχα.  Η χαρά βιώνεται, δε χρειάζεται να “θεραπευθεί”.  Η λύπη συμβιώνεται στη γλώσσα, περνάει αναγκαστικά από τη γραφή.

Και έτσι καταλήγουν όλα τα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας ή του κινηματογράφου να βασίζονται στο μοτίβο της απώλειας ή της απουσίας.  Ένας έρωτας που δεν κράτησε είναι γοητευτικότερο θέμα, γιατί μπορείς, και σε αναγκάζει, να μιλάς συνέχεια γι αυτόν.  Η απουσία γεννά τη γλώσσα.  Ο έρωτας και ο πόλεμος, ο οποίος επιφέρει συλλογικές απώλειες, είναι, όχι τυχαία, τα συναρπαστικότερα θέματα αφήγησης.

Η γραφή, εκτός από υποκατάστατο του χαμένου προσώπου ή πράγματος, είναι και απόπειρα ταυτόχρονα να επιστρέψει κανείς πίσω σε εκείνη την αρχική κατάσταση όπου όλα έβγαζαν νόημα – όπως βγάζουν πέντε λέξεις σε μία σελίδα.  H λέξη “εγώ”, κατανοητή ως υποκείμενο ξεχωριστό από τα άλλα, πρωτομπαίνει από το παιδί σε πρόταση γύρω στα 3 με 4 χρόνια.  Είναι η φάση που, σύμφωνα με τους ψυχαναλυτές, το μικρό παιδί καταλαβαίνει πως δε μπορεί να έχει την αποκλειστικότητα της μητέρας του (Οιδιπόδειο) λόγω των συνθηκών που επιβάλλει ο πολιτισμός (εργασία, άλλο παιδί, πατέρας κλπ.).  Μία τέτοια απώλεια φέρνει το “εγώ” στην επιφάνεια.  Σε όλη του τη ζωή, ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του να “μεταμορφώνεται” από τέτοιες αντίστοιχες απώλειες.

Η ιστορία ξεκινάει με την ανακάλυψη της γραφής.  Η γραφή ξεκινάει με μία απουσία.  Τα “σύμβολα” πολλαπλασιάζονται σε καιρό κρίσης.  Κάθε άνθρωπος έχει μία παρόμοια ιστορία να διηγηθεί.  Γιατί εν τέλει ο άνθρωπος ορίζεται από αυτά που δεν έχει.

Αν ήμασταν τύπος μαθηματικός – ίσως και να είμαστε – θα είχαμε ένα μόνο πρόσημο, το αρνητικό, και μία ορίζουσα: την επιθυμία.  Η οποία, τι ειρωνεία, στην περίπτωση της σκλήρυνσης επιβάλλεται όχι μόνο από τη φύση, αλλά και τη θέση, δηλαδή τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η νόσος.  Αντιμετωπίζεται με τέτοιο τρόπο που σου γεννά νέες απορίες, νέα προβλήματα, νέες απώλειες και απουσίες.  Και επιρρίπτει ευθύνες σε σένα, αν δεν τα καταφέρνεις.

Πώς να μη γράφεις, λοιπόν;

Κάθε κείμενο, όσο μικρό και να είναι, είναι μία μορφή αντίστασης.  Φέρνει την κοινωνία αντιμέτωπη με προτάσεις που δεν είχε σκεφθεί, και τον συγγραφέα του κειμένου αντιμέτωπο με τον καθρέφτη του.

Leave a Comment