Πένθος και μελαγχολία

Υποψιάζομαι πως δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από το να θάβεις έναν αγαπημένο σου.

Όμως το πένθος κάνει τον κύκλο του και κάποτε δίνει τη θέση του στην αποδοχή της απώλειας.  Εννοείται πως ο κύκλος είναι βασανιστικός και περνάει μέσα από την άρνηση, την οργή και την κατάθλιψη, αλλά εξελικτικοί μηχανισμοί βοηθούν τον πενθούντα, μέσα από αυτά τα συναισθήματα, να κόψει σιγά σιγά τους δεσμούς με το χαμένο πρόσωπο και να δημιουργήσει νέους δεσμούς με άλλα πρόσωπα.

Γραμμένο μέσα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το άρθρο “Το Πένθος και η Μελαγχολία” του Freud έβαλε σε λόγια τα συναισθήματα μίας ολόκληρης γενιάς που βίωσε μαζικές απώλειες.

Πώς όμως σε αφορά αυτό το άρθρο εσένα, αγαπητή αναγνώστρια/αγαπητέ αναγνώστη; Αγαπητή Αθηνά, που μας διαβάζεις από Αμερική;

Εσύ, δυστυχώς, αγαπητή μου, πρέπει να θάψεις τον αγαπημένο σου πολλές φορές, και όχι μία.  Και αυτό λέγεται “ζωή με τη σκλήρυνση”.  Αν είναι φριχτό για τους Homo Sapiens να βιώσουν τον θάνατο ενός αγαπημένου μία φορά, φαντάσου τί συναίσθημα προκαλεί σε σένα το πολλαπλό και επαναλαμβανόμενο πένθος.

Εξηγούμαι.

Ο δικός σου αγαπημένος είναι τα μάτια σου.  Η μνήμη σου, η σκέψη σου, τα χέρια σου.  Μία μέρα, ξαφνικά, έπαψαν να λειτουργούν.  Σοκ.  Και μάλιστα από αυτά που δε μπαίνουν σε λόγια εύκολα.  Μιλάω για τα πρώτα επεισόδια, τότε που είσαι άμαθη στη φθορά και στα καλά καθούμενα έρχεται αυτή να σε μάθει.  Περνάνε μήνες, εβδομάδες, και συνεχίζεις να μη νιώθεις καλά.  Παίρνεις τη διάγνωση και, σα φυσιολογικός άνθρωπος, διαλύεσαι από την οριστικότητα της είδησης.  Μέχρι που, ευτυχώς, ξαφνικά, αρχίζει και επιστρέφει σιγά σιγά η όραση, η όρεξη για ζωή, οι αισθήσεις.  Ύφεση λέγεται, αλλά έχεις την αθωότητα του νεοδιαγνωσμένου και νομίζεις πως θα κρατήσει για πάντα.  Χαίρεσαι, πετάς στον ουρανό.  Τίποτα δε συγκρίνεται με την υγεία.  Είσαι σίγουρη πως “ο αγαπημένος” γύρισε για να μείνει.  Ξεχνάς προς το παρόν την οριστικότητα των κακών πραγμάτων.

Λίγα χρόνια μετά, αν είσαι τυχερός, ή λίγους μήνες μόλις, ο “αγαπημένος” ξαναφεύγει.  Δεν είναι δυνατόν.  Ή μάλλον είναι τελικά.  Αυτή τη φορά αργεί να ξαναέρθει, αυτή τη φορά θυμώνεις περισσότερο.  Μνήμη, σκέψη, όραση, χέρια, όρεξη για ζωή έφυγαν.  Ίσα που πρόλαβες να ξεπεράσεις το προηγούμενο πένθος και σοκ από την απώλειά τους, ίσα που πρόλαβες να χαρείς ανείπωτα από την επιστροφή τους, και ξαναφεύγουν.  Αυτό είναι άδικο και άνισο – αυτό δε σκέφτεσαι; Έτσι είναι, τώρα πρέπει να τους ξαναθάψεις.  Γιατί γύρισαν μεν, μετά από πολύ καιρό, αλλά τόσο αλλαγμένοι που δεν τους αναγνωρίζεις.  Τί σόι αγαπημένοι είναι αυτοί; Δεν είναι αυτοί που θυμάσαι.  Μετά από καιρό, δεν θυμάσαι καν πως ήταν να τους έχεις 100%.

Ο θάνατος είναι οριστικό πράγμα.  Κάποια στιγμή, αναγκαστικά, τον παίρνεις απόφαση.  Και έτσι λύνεται το πένθος.  Η αρρώστια, η άτιμη, δεν είναι.  Σε ξεγελάει.  Νομίζεις πως της διαφεύγεις, αλλά δεν.  Νομίζεις πως θα σε ρίξει κάτω, και τελικά γίνεσαι καλά.  Δεν ξέρεις.  Έτσι όμως δε λύνεται το πένθος, δεν υπάρχει καμία οριστικότητα.  Η αρρώστια δεν είναι ούτε θάνατος ούτε ζωή.  Τί γίνεται σε αυτήν την περίπτωση;

Η ψυχανάλυση είπε πως χωρίς αποδοχή και συμφιλίωση με την οριστικότητα, το πένθος δε λύνεται ποτέ και γίνεται μελαγχολία.

Να, αγαπητή μου αναγνώστρια, αγαπητή Αθηνά, πώς σε αφορά αυτό το άρθρο του 1917.  Δε φταις εσύ που είσαι καταθλιπτική.  Φταίει που, σε αντίθεση με τους άλλους Homo Sapiens, εσύ πρέπει να θάβεις κάτι κάθε μέρα χωρίς ιδέα αν αυτό θα αναστηθεί ή αν θα αναστηθεί μόνο και μόνο για να πεθάνει πιο πολύ την επόμενη φορά.  Έτσι, μαντεύω ποιά είναι η επόμενη σκέψη σου: “αν είναι να χαλάσει, ας μην ξαναέρθει”.

‘Ομως, ξαναλέω, η αρρώστια δεν είναι ούτε θάνατος ούτε ζωή, και έτσι συντηρείσαι λίγο με την ελπίδα, λίγο με τη βοήθεια των γιατρών στο να περιμένεις να αναστηθούν χαμένες ικανότητες.  Άλλοτε ανασταίνονται, άλλοτε όχι, δε μπορείς να προβλέψεις, δεν ξέρεις, και εν τω μεταξύ έχει περάσει η ζωή, μία ζωή μέσα στη μελαγχολία.

Το σημερινό ποστ είναι εμπνευσμένο από τη γενιά των ασθενών προ CCSVI.  Θέλω να πιστεύω πως η φλεβική θεωρία θα ελαχιστοποιήσει τους “θανάτους” και μαζί με αυτούς τις αναίτιες προσδοκίες ανάστασης.  Δεν είμαι θρήσκα, το έχετε καταλάβει, και θεωρώ ανήθικο να δίνονται σε ανθρώπους που υποφέρουν ανυπόστατες ελπίδες.  Μην το κάνετε αυτό, όσες καλές προθέσεις και αν έχετε.  Τους μεγιστοποιείτε τη μελαγχολία, αυτό το συναίσθημα που προκύπτει όταν δεν υπάρχει ούτε μία οριστικότητα να πιαστείς από αυτή.  Έστω και αρνητική οριστικότητα.  Να το πάρεις απόφαση τουλάχιστο.  Να τον θάψεις και να ησυχάσεις.  Όχι να περιμένεις χωρίς να ξέρεις.

Ξαναλέω πως οι επεμβάσεις του CCSVI θα αντικαταστήσουν πολλές αβεβαιότητές μας με βεβαιότητες.  Δε θα είναι πάντα ευχάριστα τα νέα, αλλά τουλάχιστο θα ξέρουμε πόσο καλά μπορούμε να γίνουμε, τί να διορθώσουμε, τί, περίπου, να προσδοκούμε.

O πρώτος ορισμός της μελαγχολίας δόθηκε από τον Iπποκράτη τον 5ο π.X. αιώνα που τη συσχέτιζε με τη «μέλαινα χολή», ένα από τα τέσσερα υγρά συστατικά του ανθρώπινου σώματος.

Αγαπητέ Ιπποκράτη, πού να ήξερες τί προκαλεί η ανισορροπία υγρών που λέγεται CCSVI.  Αγαπητή Αθηνά, μετά από τόσους “θανάτους” και “επιστροφές”, είσαι ένα διαφορετικό, εξελιγμένο είδος.  Τί να σε φοβίζει πια;  Αλλά και ποιός να σε καταλάβει;

  1. Εξαιρετική γραφή … Δεν έχω λόγια..!

  2. με καλυψε η προλαλησασα!

  3. “…αλλά εξελικτικοί μηχανισμοί βοηθούν…” h frash auth einai AORISTH(=MH ORISMENH) kai eukola kobetai sto reviewing.
    Ti na ennoouse o “poihths” legontas ekseliktikoi mhxanismoi? Na tou upenthumisw oti sthn episthmh den xwroun proswpikes apopseis kai sunaisthimatismoi.

    ONLY COLD BLOOD!!!

    Kata ta alla to keimeno einai “entharuntiko” (an kai den pisteuw idiaitera sthn psuxologia)

    Kalhmera apo thn notia Gallia (opou tha eimaste, kalws exontwn twn pragmatwn, ta epomena 3 xronia)

  4. no comment , ευχαριστούμε και πάλι

Leave a Comment